ανασύρω

βλ. ανασέρνω.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ανασύρω — ανασύρω, ανέσυρα (σπάν. ανάσυρα) βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανασύρω — κ. ανασέρνω κ. ανασύρω (AM ἀνασύρω) (μσν. κ. ἀνασέρνω κ. ἀνασύρνω) τραβώ επάνω, σηκώνω, ανεβάζω νεοελλ. τραβώ στην επιφάνεια, ανελκύω μσν. παρατείνω τη διήγηση αρχ. 1. (μέσ., ομαι) α) σηκώνω επάνω, βγάζω τα ενδύματά μου, γυμνώνομαι β) αρπάζω,… …   Dictionary of Greek

  • ανασύρω — [анасиро] р. поднимать, черпать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανάσυρση — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασύρω, η ανέλκυση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανασύρω. Η λ. μαρτυρείται από το 1868 στον Παν. Ζάνο, δραματικό ποιητή] …   Dictionary of Greek

  • προσανασπώ — άω, Μ έλκω προς τα επάνω, ανασύρω επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνασπῶ «έλκω προς τα πάνω, ανασύρω»] …   Dictionary of Greek

  • προσανασύρω — Α ανασύρω επιπροσθέτως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνασύρω «έλκω προς τα πάνω, σηκώνω»] …   Dictionary of Greek

  • συνανέλκω — και συνανελκύω Α έλκω προς τα πάνω, ανασύρω επίσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀνέλκω «έλκω προς τα πάνω, ανασύρω»] …   Dictionary of Greek

  • αγρεύω — (Α ἀγρεύω) νεοελλ. φρ. «αγρεύω την άγκυρα», τήν ανασύρω με τον γρίπο από τον βυθό τής θάλασσας, όπου έπεσε αφού αποσπάστηκε από την αλυσίδα τού πλοίου αρχ. 1. συλλαμβάνω σε κυνήγι ή ψάρεμα, πιάνω 2. επιζητώ, επιδιώκω 3. φρ. «ἀγρεύω τινὰ λόγῳ»,… …   Dictionary of Greek

  • ανέλκω — (Α ἀνέλκω) 1. έλκω προς τα πάνω, ανασύρω 2. (για πλοία) τραβώ στην ξηρά αρχ. 1. σύρω έξω, αποκαλύπτω 2. τραβώ προς τα πίσω, τεντώνω («ὁ δὲ τόξου πῆχυν ἄνελκεν») 3. οδηγώ σέρνοντας κάποιον (στο δικαστήριο) 4. (μέσ. ομαι) α) τραβώ, βγάζω «ἔγχος… …   Dictionary of Greek

  • αναθυμιώ — ( άω) (Α ἀναθυμιῶ) Ι. ενεργ. εξαερώνω, εξατμίζω ΙΙ. παθ. 1. αναδίδομαι εν είδει καπνού ή ατμού, εξατμίζομαι, εξαερώνομαι 2. διεγείρω, αναζωογονώ, αναζωπυρώνω ΙΙΙ. μεσ. ανασύρω, τραβώ ατμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + θυμιῶ. ΠΑΡ. αναθυμίαμα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.